οἰκεῖος

οἰκεῖος
3 родственный, родственник

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Нужно решить контрольную?

Полезное


Смотреть что такое "οἰκεῖος" в других словарях:

  • οἰκεῖος — in masc nom sg οἰκεῖος in masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οικείος — α, ο (ΑΜ οἰκεῑος, α, ον, θηλ. και ος, Α ιων. τ. οἰκήϊος, η, ον) [οίκος] 1. αυτός που ανήκει στον οίκο, στην οικογένεια, οικογενειακός, σπιτικός (α. «λέβης οἰκεῑος», Σοφ. β. «τὰ οἰκεῑα τὰ ἑαυτοῡ» η οικογενειακή, η ιδιωτική περιουσία, το νοικοκυριό …   Dictionary of Greek

  • οικείος — α, ο 1. στενός συγγενής, οικογενειακός, σπιτικός άνθρωπος. 2. πολύ γνώριμος, γνωστός, δικός μου, φίλος μου. 3. πληθ. οικείοι στενοί συγγενείς, φίλοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οἰκεῖα — οἰκεῖος in neut nom/voc/acc pl οἰκεῖος in neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκεῖε — οἰκεῖος in masc voc sg οἰκεῖος in masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκεῖοι — οἰκεῖος in masc nom/voc pl οἰκεῖος in masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκειόταθ' — οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in adverbial superl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc superl pl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in adverbial superl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc superl pl οἰκεῑότατε , οἰκεῖος in masc voc superl sg οἰκεῑότατε ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκειότατ' — οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in adverbial superl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc superl pl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in adverbial superl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc superl pl οἰκεῑότατε , οἰκεῖος in masc voc superl sg οἰκεῑότατε ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκειότερον — οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in adverbial comp οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in masc acc comp sg οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc comp sg οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in adverbial comp οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in masc acc comp sg οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκεῖ' — οἰκεῖο , οἰκέω inhabit pres opt mp 2nd sg (epic ionic) οἰκεῖαι , οἰκέω inhabit pres ind mp 2nd sg (epic ionic) οἰκεῖα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc pl οἰκεῖα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc pl οἰκεῖε , οἰκεῖος in masc voc sg οἰκεῖε , οἰκεῖος in… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκειοτάτας — οἰκεῑοτάτᾱς , οἰκεῖος in fem acc superl pl οἰκεῑοτάτᾱς , οἰκεῖος in fem gen superl sg (doric aeolic) οἰκεῑοτάτᾱς , οἰκεῖος in fem acc superl pl οἰκεῑοτάτᾱς , οἰκεῖος in fem gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»